Μουσουργός

10.60 

 

«Έλα, Αλέξανδρέ μου, παίξε το τελευταίο τραγουδάκι που έμαθες. Δείξε μας πώς παίζεις πιάνο». Ε, λοιπόν, δεκαετίες πέρασαν και δεν θα ξεχάσω τον επιτακτικό τόνο της φωνής της μάνας μου να με καλεί επί σκηνής, σαν κλόουν σε τσίρκο περιορισμένου κύκλου, να παίξω πιάνο επιδεικνύοντάς με στους φίλους ή τους συγγενείς που καλούσαν οι γονείς για φαγητό. Ήμουν το αξιοπερίεργο, ένα μικρό διασκεδαστικό αγόρι, καθισμένο σε ένα υπερυψωμένο κάθισμα που κατάφερνε με τα μικρά παιδικά του δάχτυλα να σκορπίζει μουσικούς ήχους στην ομήγυρη.

Αρχικά, σηκωνόμουν, θυμάμαι, με αρκετή δυσφορία −την οποία ούτε κατά διάνοια μπορούσε να καταγράψει το αισθητήριο της μάνας μου−, καθόμουν στο στρογγυλό σκαμνί με τον περιστρεφόμενο άξονα, ακουμπούσα οριακά τα παιδικά πόδια μου στα πεντάλ και έπαιζα τις… παραγγελιές της φουσκωμένης από περηφάνια μητέρας μου. Βεβαίως, ακολουθούσε το ανάλογο χειροκρότημα και οι επιβραβεύσεις του τύπου:

«Μπράβο, Αλέξανδρε, κι εις ανώτερα», χωρίς βεβαίως να καταλαβαίνει κανείς τι μπορεί να σημαίνει η ευχή. Εις ανώτερα γι’ αυτούς ήταν να γίνω επαγγελματίας μουσικός; Να τους παίζω κάθε φορά όλο και πιο δύσκολα κομμάτια; Μάλλον εις ανώτερα γι’ αυτούς ήταν προφανώς να ασκήσω κάποιο κερδοφόρο επάγγελμα, αφού η μουσική μόνον ως ερασιτεχνική ασχολία μπορούσε να εκληφθεί.

Ο λόγος να ασχοληθώ με το πιάνο λοιπόν είχε δυο αιτίες: Πρώτον υπήρχε φίλος πιανίστας και δεύτερον, είχαν ανάγκη επίδειξης μέσω μουσικής διασκέδασης διά χειρών Αλεξάνδρου. Δεν ήταν ουσιώδης αιτία, που μόλις τριών ετών, σε σπίτι οικογενειακών φίλων, άκουσα ένα κλασικό κομμάτι και σηκώθηκα και έπαιξα τη μελωδία με ελάχιστα λάθη στο πιάνο. Δεν ήταν που με έγραψαν στο Ωδείο, κι ως και οι πλέον αυστηροί και δύσπιστοι καθηγητές με χαρακτήρισαν μουσική διάνοια. Α, εγκλήματα γονιών φονιάδων… Α, πόσα συντελούνται καθημερινά.

Η σημαντική διαφορά με τη μάνα μου στην αντιμετώπιση της μουσικής ήταν ότι εκείνη την έβλεπε σαν ένα ακόμα λούστρο κοινωνικής καταξίωσης. Ενώ εγώ ένιωθα τη μουσική ως δυνατή ανάγκη έκφρασης, ύπαρξης, ζωής.

Η απόλυτη εσωστρέφεια ήρθε στην αρχή της εφηβείας. Αφορμή, η εικόνα της απογοήτευσης στο πρόσωπο του πατέρα μου, όταν με ρώτησε τι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω. Εικόνα που μου έχει μείνει στη μνήμη και μου φέρνει ακόμα και τώρα μεγάλη πίκρα. Του είπα: «Θέλω να γίνω μουσικός». Η αντίδρασή του ήταν μη αναμενόμενη, κρίνοντας από την αγάπη που είχε στη μουσική. «Θα πεινάσεις, παιδί μου» μου απάντησε. «Σπούδασε κάτι να εξασφαλίσεις τον επιούσιο και συνέχισε παράλληλα τη μουσική. Η μουσική δεν είναι δουλειά βιοπορισμού. Σοβαρέψου».

            Ένιωσα φιμωμένος από τη λύπη. Και οι συνθέσεις μου; Οι σπουδές; Τα όνειρά μου; Το πιάνο, η αρμονία, η σύνθεση, η διεύθυνση ορχήστρας; Δεν θα ξεχάσω ποτέ το πέρασμα από τη λύπη στην οργή. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το τρίξιμο των δοντιών μου από το πολύ σφίξιμο. Από τότε επισφραγίστηκε η τάση μου για απομόνωση. Από τότε άρχισε η μεγάλη εσωστρέφεια. Από τότε άρχισα να μην εμπιστεύομαι τους ανθρώπους κι ένιωσα πόσο εύκολα μπορεί να σε προδώσουν οι άνθρωποι που εμπιστεύεσαι.

Αποφάσισα οριστικά να μην ξαναπαίξω ποτέ μπροστά σε κανέναν. Αυτός ο έρωτας για τη μουσική, αυτή η ανάγκη έκφρασης, αυτή η πλήρωση που ένιωθα, δεν ήταν δυνατόν να μοιραστεί με κανέναν. Διότι κανείς δεν θα μπορούσε να νιώσει ακριβώς αυτό που αισθανόμουν βυθισμένος στο πεντάγραμμο. Ίσως, σκεπτόμουν, να υπάρχουν στη ζωή πράγματα που δεν μπορείς να μοιραστείς απολύτως με κανέναν άλλο. Και η ζωή, επιβεβαίωσε τη σκέψη μου.

Κατηγορία: Ετικέτα:

Περιγραφή

 

Ταυτότητα

Ο Μουσουργός

Γιώργος Δουατζής

Σελίδες: 116, Σχήμα: 13 X 20,5

ISBN: 978-618-83051-1-3
Τιμή: 10,60 €

 

Περιγραφή

Η ζωή του Αλέξανδρου, διχασμένη.

Τα διλήμματα, μεγάλα.

Οι στιγμές των αποφάσεων, οριακές.

Η εκπλήρωση και η ματαίωση των ονείρων, κυρίαρχες.

Η τέχνη απέναντι στη στυγνή καθημερινότητα και το κέρδος.

Η καταδίκη και ο θάνατος της ματαιοδοξίας, πεπρωμένο.

Οι Ερινύες δικαιώνονται με την κάθαρση.

 

Κριτικές

 

Εκδηλώσεις

Είπαν-Έγραψαν

http://fractalart.gr/giorgos-douatzis-mousourgos/

Ο Μουσουργός είναι αισίως το εικοστό πέμπτο βιβλίο μου και το δεύτερο βιβλίο των νεότευκτων εκδόσεων Στίξις. Γράφτηκε τον Ιούλιο του 2016 κατά την παραμονή μου στο Ρέθυμνο και η κεντρική του ιδέα ανήκει στον ανιψιό μου Αστυάνακτα Κανακάκη.

Είναι μία νουβέλα που πραγματεύεται την ανάγκη για καλλιτεχνική έκφραση ενός τεχνοκράτη οικονομολόγου, ο οποίος ζει μια σκληρή επαγγελματική καθημερινότητα, όπου το κυνήγι του χρήματος των πελατών του τον εξουθενώνει. Όμως, κρύβει μέσα του τη φλόγα της μουσικής δημιουργίας -ασχολείται με τη μουσική και τη σύνθεση από παιδί- αυτή η φλόγα θεριεύει ξαφνικά μέσα από τυχαία γεγονότα και έρχεται στην επιφάνεια με καταλυτικό τρόπο.

Αρχίζει να συνθέτει εν κρυπτώ, κανένας δεν γνωρίζει αυτή του την πλευρά. Μετά από περιπέτειες της υγείας του, τρικυμιώδεις ψυχολογικές καταστάσεις και σειρά διλημμάτων για την αποκάλυψη ή μη της κρυφής ιδιότητάς του, βλέπει το έργο του να γίνεται ευρέως γνωστό στις μεγαλύτερες μουσικές σκηνές της Ευρώπης, ενώ κανείς δεν γνωρίζει ότι τα έργα είναι δικά του.

Η ζωή του κεντρικού ήρωα Αλέξανδρου, είναι διχασμένη. Τα διλήμματά του, μεγάλα. Οι στιγμές των αποφάσεων, οριακές. Η εκπλήρωση και η ματαίωση των ονείρων του κυρίαρχες. Η τέχνη έρχεται αντιμέτωπη με τη στυγνή καθημερινότητα. Η καταδίκη και ο θάνατος της ματαιοδοξίας, πεπρωμένο. Στο τέλος οι Ερινύες δικαιώνονται με την κάθαρση.

Με αφορμή τη μυθιστορία, προσπάθησα να δώσω το στίγμα της ανάγκης για δημιουργική καλλιτεχνική έκφραση, να φέρω στην επιφάνεια τα δαιμόνια ενός γεννημένου καλλιτέχνη, ο οποίος βιώνει τη σκληρότητα της αγοράς λόγω επαγγέλματος και βρίσκει σωτήρια έξοδο στη δημιουργία. Το αξιακό του σύστημα, θέλει τη δημιουργία μακριά από τη ματαιοδοξία που έχει να κάνει με τη δημοσιότητα. Τα γεγονότα όμως, τον αναγκάζουν να μπει στο μεγάλο δίλημμα της αποκάλυψης του ονόματός του ή μη, ως πατέρα των έργων του, τα οποία γίνονται διάσημα στις μεγαλύτερες αίθουσες συναυλιών στον κόσμο. Αυτό η διλημματική κατάσταση, προκύπτει με την έξοδό του από το νοσοκομείο, όπου η ζωή του κρεμόταν από μια κλωστή.

Το βιβλίο αναφέρεται στα βιώματα που φέρουμε από παιδιά έως την ώριμη ηλικία, σστην ανεξήγητη ανάγκη για δημιουργία, στην καταφυγή σε πρόσωπα του παρελθόντος, στη σχέση με τα αγαπημένα μας πρόσωπα, στην εμμονή σε αξίες και ιδανικά, στη μικροψυχία ως και των μεγαλύτερων καλλιτεχνών-θυμάτων της ματαιοδοξίας. Το βέβαιο είναι ότι στην αφήγηση τελικά η ματαιοδοξία σκοτώνεται. Το θέμα είναι πώς, και τι συμπαρασύρει μαζί της στον θάνατο.

Για μια ακόμα φορά, κατάλαβα τη δύναμη των ηρώων που τους κατασκευάζει μεν ο συγγραφέας, αλλά αυτοί τον οδηγούν στην ανάπτυξη της μυθιστορίας, αυτοί διεκδικούν το μερτικό τους στην αφήγηση, αυτοί τον οδηγούν στην κατάληξη της ιστορίας. Γράφοντας, ένιωθα ζωντανούς στο πλάι μου τους ήρωες του βιβλίου, τους έβλεπα να κινούνται στους χώρους τους, έβλεπα τη μορφή τους. Κι όταν αυτοί με οδήγησαν στο τέλος της ιστορίας, ένιωσα την πίκρα του αποχωρισμού από τους πλέον οικείους ανθρώπους.

————————————————————————————————————————————————————————————————————————

https://www.presspublica.gr/giorgos-douatzis-o-piitis-mas-thymizi-tin-avastachti-pligi-tis-axioprepias/

“Δεν μπορώ να κατανοήσω πώς μπορεί ένας ποιητής να μην εμπνέεται

από το συλλογικό όνειρο, να μην υπηρετεί – πέραν του εαυτού του – την κοινωνία

και τον άνθρωπο”.

Ο Γιώργος Δουατζής γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Έχει εκδώσει πολλά βιβλία, τα περισσότερα ποιητικά, μεταξύ των οποίων, μυθιστορήματα, δοκίμια, διηγήματα και θεατρικά έργα. Έργα του ή μέρος αυτών, έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, ρωσικά, γερμανικά, σλοβακικά. Επαγγελματικά εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε μεγάλες εφημερίδες, περιοδικά και σε ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικού σταθμούς. Τελευταίο βιβλίο του, Ο Μουσουργός, από τις εκδόσεις Στίξις.

Ο Μουσουργός είναι το εικοστό πέμπτο βιβλίο  σας. Δυο λόγια γι΄αυτό;

Ο Μουσουργός είναι το δεύτερο βιβλίο των νεότευκτων εκδόσεων Στίξις. Είναι μία νουβέλα που πραγματεύεται την ανάγκη του κεντρικού ήρωα για καλλιτεχνική έκφραση, ο οποίος κρύβει μέσα του τη φλόγα της μουσικής δημιουργίας, φλόγα που επανέρχεται στην επιφάνεια με καταλυτικό τρόπο σε ώριμη πια ηλικία. Ο ήρωας είναι χρηματοοικονομικός σύμβουλος την ημέρα και δεν γνωρίζει κανείς ότι τις νύχτες και τις αργίες από τη δουλειά του συνθέτει κλασική μουσική. Μετά από περιπέτειες της υγείας του, τρικυμιώδεις ψυχολογικές καταστάσεις και σειρά διλημμάτων για την αποκάλυψη ή μη της κρυφής ιδιότητάς του, βλέπει το έργο του να γίνεται ερήμην του ευρέως γνωστό στις μεγαλύτερες μουσικές σκηνές της Ευρώπης, ενώ κανείς δεν γνωρίζει ότι τα έργα είναι δικά του. Από κει και πέρα τα διλήμματά του είναι μεγάλα. Κυρίαρχο στοιχείο η επιθυμία εκπλήρωσης και η πρόσκαιρη ματαίωση των ονείρων του. Με λίγα λόγια, η τέχνη ως ουσία ζωής αντιπαλεύει τη στυγνή καθημερινότητα και το κέρδος. Η καταδίκη και ο θάνατος της ματαιοδοξίας, είναι αυτοσκοπός του και αποτελεί το πεπρωμένο του.

-Σας γνωρίζουμε κυρίως ως ποιητή. Πώς και ασχοληθήκατε πάλι με την πεζογραφία;

-Ο Μουσουργός είναι το τρίτο πεζογραφικό μου βιβλίο μετά το Μη φεύγετε κύριε Ευχέτη, που ευελπιστώ να επανεκδοθεί το φθινόπωρο και συλλογή διηγημάτων Η άλλη λέξη, που μέρος της θα δούμε να ανεβαίνει στη θεατρική σκηνή, περί το τέλος Μαΐου.

-Που θα έχουμε την ευκαιρία να το δούμε;

-Στον θεατρικό πολυχώρο Αλεξάνδρεια σε σκηνοθεσία Νίκου Γκεσούλη, με τους έξοχους ηθοποιούς Βασίλη Βλάχο και Θοδωρή Προκοπίου, εικαστική παρέμβαση του ζωγράφου Μιχάλη Αμάραντου και μουσική του Γιώργου Βαρσαμάκη.

-Ετοιμάζετε κάτι άλλο αυτόν τον καιρό;

-Την έκδοση, για το φθινόπωρο, της σειράς ποιητικών δοκιμίων Τα Κάτοπτρα από τις εκδόσεις Στίξις που είναι το νέο εκδοτικό μου σπίτι. Εκεί, θα γίνουν και επανεδκόσεις έργων μου που δεν κυκλοφορούν στην αγορά. Περιμένω επίσης το ανέβασμα του θεατρικού μου έργου Ο κύριος Μαραμένος, επίσης το ερχόμενο φθινόπωρο, από τον σκηνοθέτη Γιάννη Φαλκώνη με πρωταγωνιστή τον ηθοποιό Βαγγέλη Στρατηγάκο.

-Πέρασαν κιόλας σαράντα χρόνια από το πρώτο σας βιβλίο που εκδόθηκε το 1976…

-Κι εγώ δεν κατάλαβα πώς πέρασαν τόσα χρόνια. Βλέπετε η δημοσιογραφία και η Ποίηση δεν σε αφήνουν να συνειδητοποιήσεις τον χρόνο…

-Πώς συμβάδισαν σε σας δημοσιογραφία και Ποίηση;

-Η δημοσιογραφία με πλούτισε με εμπειρίες, μου έδειξε τις πολλές εκφάνσεις της ζωής και της σκληρής καθημερινότητας και μου έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσω σημαντικούς ανθρώπους. Όλα αυτά με τροφοδότησαν με υλικό που προσπάθησα να μεταπλάσω σε ποιητική γραφή. Βεβαίως έκανα το λάθος -όπως κρίνω εκ των  υστέρων- να μην εκδίδω βιβλία όσο ήμουν στη δημοσιότητα ιδίως λόγω τηλεόρασης, για να μην εκληφθεί ότι εκμεταλλεύομαι την δημοφιλία που είχα για να προβάλλω το ποιητικό μου έργο. Γι΄ αυτό και συσσωρεύτηκαν πολλά χειρόγραφα κατά την περίοδο που ασκούσα το δημοσιογραφικό επάγγελμα.

-Έχει λόγο ύπαρξης σήμερα ο ποιητής;

-Σε περιόδους κρίσης όπως η σημερινή είναι παραπάνω από αναγκαίος. Είναι το άλλοθι των βαρβάρων. Μας θυμίζει ότι είμαστε άνθρωποι. Μας θυμίζει την αβάσταχτη πληγή της αξιοπρέπειας.

————————————————————————————————————————————————————————————————————————

της Πέπης Ρηγοπούλου*

Ένα παιδί θαύμα. Ή μήπως πρέπει να πούμε απλώς ένα παιδί, το κάθε παιδί; Ένα παιδί που περπατά, που μιλά,   μια σειρά από θαύματα! Πολλώ μάλλον αν ένα παιδί αρχίσει να ζωγραφίζει με τους γύρω του να λένε πως έτσι που πάει θα γίνει ο μέλλων Πικάσσο ή Τσαρούχης . Τι θαύμα!  Ή άλλα  παιδάκια που ακούμε να τιτιβίζουν το πρώτο τους τραγούδι και γύρω τριγύρω τους φίλους και συγγενείς να μιλούν για έναν Μότσαρτ, μία Κάλλας ή έστω για έναν Καζαντζίδη. Όχι άδικα. Κάθε παιδί  που γεννιέται  συνοψίζει και συχνά πραγματοποιεί την επιθυμία ζώντων και τεθνεώτων για το θαύμα. Το παιδί είναι δυνάμει ένας αυθόρμητος δημιουργός ή για να το πούμε αλλιώς, ο δημιουργός είναι ένα παιδί που διέφυγε την παγίδα της ενηλικίωσης, μιας ενηλικίωσης ή έστω μιας ενήβωσης που , αν και συνώνυμη με το ναρκισσιστικό τραύμα, με την εδραίωση του τραύματος αυτού, μπορεί να σημαίνει και το άδοξο τέλος για το παιδί ως θαύμα.

Το βιβλίο του Γιώργου Δουατζή Ο Μουσουργός είναι μια μετωνυμία της αέναης πάλης ανάμεσα στο τραύμα και το θαύμα που συνιστά ίσως τον πυρήνα κάθε δημιουργίας, αν όχι και – δυνάμει τουλάχιστον- κάθε ζωής. Ο ήρωάς του ξεκινά σαν ένα πρόωρο μουσικό ταλέντο που όμως έχει γεννηθεί μέσα στην πιο αποφασιστική απόρριψη, απόρροια των πράξεων και των παραλήψεων μιας ταυτόχρονα παγερής και δεσποτικής μάνας. Ενός μητρικού αρχετύπου/ «κακού» για τον ήρωα αντικειμένου,  που βρίσκει το «ιδανικό» του συμπλήρωμα σε έναν καλών προθέσεων, πλην όμως υποτονικό, νικημένο πριν να πολεμήσει, πατέρα. Η μάνα αρνείται το άγγιγμα. Ο πατέρας αδυνατεί να είναι παράδειγμα. Και ο γέρος παππούς έχει μια σοφία  που  στηρίζει τον Αλέξανδρο την εποχή της μετάβασης του, αλλά που ο  μετά θάνατον φαντασματικός του λόγος δεν αρκεί να στηρίξει τον ήρωα την ώρα των αποφάσεων, την ώρα αυτήν που τα διλήμματα αν παραμείνουν αμείλικτα μπορεί  να στοιχίσουν την ίδια την διχασμένη, την μετέωρη  ζωή  του.

Η παραίτηση  του από την μουσική, κάτι κοινωνικά και βάναυσα επιβεβλημένο  από την μάννα του (Αλέξανδρε παίξε μας κάτι την ώρα που ετοιμάζω τον καφέ)  για λόγους της δικής της  παραιτημένης από τον έπαινο του άλλου ματαιοδοξίας,  επέρχεται μοιραία. Ας πω εδώ σε παρένθεση ότι εντελώς πρόσφατα και εντελώς αναπάντεχα στο πλαίσιο μιας συζήτησης για τον Οιδίποδα, άκουσα μια ίδια ιστορία  πριν από λίγους μήνες στο Πεκίνο, μόνο που ο νέος που μας την εξομολογήθηκε δημόσια κατάφερε να αλλάξει απλώς τομέα καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ο ήρωας του Γιώργου Δουατζή, Αλέξανδρος Πετρίδης, αλλάζει ριζικά κατεύθυνση: εκπατρίζεται και στρέφεται στα μαθηματικά και στο κέρδος. Κέρδος από το χρηματιστήριο, όπου ο πόλεμος εκτυλίσσεται, όπως λέει, σε ένα αόρατο και όμως πολύ υπαρκτό πεδίο μάχης, το πεδίο των οικονομικών επιχειρήσεων, γεμάτο παγίδες, ενέδρες, επιθετικές και αμυντικές τακτικές, αντίστοιχες με αυτές, θα προσέθετα, που αναπτύσσουν οι σκακιστές  παίζοντας το blind, σε έναν άυλο χώρο που σπάνια μετράει τις υλικές σε ανθρώπους απώλειες του. Πεδίο μάχης όπου σκοτώνεις τον εχθρό χωρίς να τον αγγίζεις. Ο πρώην δημιουργός  Αλέξανδρος Πετρίδης, δεν αγγίζει τον εχθρό ούτε και την γυναίκα, που είναι γι αυτόν κίνδυνος, αν εξαιρέσουμε τις λίγες φορές που καταφεύγει στον έρωτα της μιας νύχτας, χωρίς συναισθηματική δέσμευση, για να ικανοποιήσει τις ανάγκες της σάρκας του.

Ακολουθεί η ανατροπή της ανατροπής αυτό που ο Αριστοτέλης στην Ποιητική του θα ονόμαζε η περιπέτεια μέσα στην περιπέτεια. Το μόνιμα δακρυσμένο Λονδίνο όπου ζει, μοιάζει για την έκρηξη αυτήν ένας ιδανικός τόπος, και  από δρόμους που κυριαρχούνται από το τυχαίο, το εξαίφνης, ο ήρωας ξαναγίνεται σε μια στιγμή που έχει στοιχεία συντέλειας,  δημιουργικής  μανίας  που συνοδεύεται επιτέλους και από τα δικά του δάκρυα που δεν έχει χύσει μια ζωή, μουσικός. Δεινός εκτελεστής και στην συνέχεια  και συνθέτης. Τις συνθέσεις του δεν θα διεκδικήσει να τις παρουσιάσει και να τις ερμηνεύσει ο ίδιος. Δεν τον ενδιαφέρει όπως λέει η ματαιοδοξία αλλά η υστεροφημία. Με άλλα λόγια άλλη μια φορά αρνείται να «αγγίξει». Αρνείται το πραγματικό. Καταφεύγει σε έναν κόσμο του ανώνυμου καλλιτέχνη  που δεν έχει θέση σήμερα όταν μία υπογραφή παίρνει την θέση του έργου. Και όπου οι επώνυμοι παίζουν το παιχνίδι αν και αυτό μπορεί να είναι μια φούσκα, σαν αυτές που κάθε τόσο σκάνε στο χρηματιστήριο των ιδεών. Γιατί το θεωρεί, όπως λέει, εγωιστικό, αλλά σκεφτόμαστε εμείς, διότι δεν μπορεί να ενώσει δημιουργία και ζωή. Ας μην το ξεχνάμε η υστεροφημία ανήκει στο βασίλειο των νεκρών και το πολύ -πολύ των μελλοθανάτων. (Δυο αιώνες χρειάστηκε για να ανακαλυφθεί ο Σαίξπηρ από τους ρομαντικούς.)

Τα έργα του και ενώ η ζωή του βρίσκεται στο σύνορο ζωής και θανάτου, παραδίδονται από τον αδελφό του, για να τα κρίνει, σε ένα διάσημο μαέστρο, τον Μπάους, πλην  χολερικό  ίσως διότι  δεν είναι ο ίδιος παραγωγικός και δημιουργικός συνθέτης. Ο αδελφός του στον οποίο τα έχει εμπιστευθεί  βιάζεται να τα παραδώσει την ίδια ώρα που κάνει ότι μπορεί για να τον επαναφέρει από το κώμα, να του σώσει την ζωή. Η πράξη του αυτή  αν και τον καταδιώκει  μπορούμε να την δούμε σαν μία ένδειξη αμφιθυμίας απέναντι στον πρωτότοκο αδελφό/ίνδαλμα.  Έτσι βρίσκει την ευκαιρία ο Μπάους να  κλέψει τα έργα του Πετρίδη, να τα παρουσιάσει ως δικά του.       Ο Πετρίδης συνέρχεται και ενώ ο αδελφός του δεν του μιλά για την πράξη του εκείνη, αντιλαμβάνεται κάποτε την κλοπή της πνευματικής του περιουσίας.  Η τεράστια επιτυχία του έργου του  που έχει κλέψει ο Μπάους, επαναφέρει πιο έντονα το δίλημμα του: Να σκοτώσει  τον Μπάους  ή την δική του ματαιοδοξία;  Να διαλέξει  την ζωή του  έργου του ή την δική του;  Να αποκαλύψει τον διάσημο απατεώνα,  και μαζί μ’ αυτόν την δική του ματαιοδοξία, δηλαδή την εν ζωή διεκδίκηση της δόξας, ή να προτιμήσει την υστεροφημία που δικαιούνται οι νεκροί, που ισοδυναμεί με το δικαίωμα στον θάνατο; Την τελική απόφαση, μία ακόμα ανατροπή, θα ανακαλύψει ο αναγνώστης του βιβλίου. Οι νεκροί δεν αγγίζουν και δεν χαίρονται. Η υστεροφημία τους είναι μια δόξα που μπορούν να χαρούν μόνον όσοι μένουν πίσω τους, υπό τον όρο φυσικά να έχουν διάθεση να θυμούνται. Η κάθαρση  είναι  υπόθεση των ζωντανών.

Μένουν λίγες ακόμη σκέψεις γι αυτό που θα έλεγα την μετωνυμία των περιπετειών του ταλέντου: Φυλακισμένο στο πεδίο της μητρικής εντολής, μιας εντολής που στερείται ή μάλλον αρνείται την αγάπη, το ταλέντο παγιδεύεται, αυτοκαταργείται. Απελευθερωμένος από μια τυχαία  τραυματική συγκυρία, από το τυχαίο που ενοχλεί όλους τους συστηματικούς σαν αυτόν ανθρώπους, σαν τους σκακιστές που παίζουν τυφλό σκάκι είτε τους οικονομικούς προγραμματιστές, αλλά που γράφει την ιστορία όταν αυτή ξεπερνά το πεδίο της αναγκαιότητας, ο Πετρίδης ξαναγίνεται ο μουσικός. Ένας μουσικός που θα εκφράσει όλα εκείνα που ενέδρευαν, όπως θα έλεγε ο Καβάφης, στοιβαγμένα μέσα του. Ένα ποτάμι δημιουργίας βρίσκει ξανά το δρόμο του και αναδύεται στην επιφάνεια. Δεν θα μπορέσει όμως να κάνει να καρποφορήσει ο κόσμος του δημιουργού. Η αναγκαιότητα, η μητρική εκείνη εντολή που αρνούνταν, απαγόρευε το άγγιγμα του ποθητού αντικειμένου θα κυριαρχήσει μέσα από την  μεταμόρφωσή της σε ιδεολόγημα. Η ματαιοδοξία, ελάττωμα της ζωής, απαγορεύεται. Μένει η υστεροφημία, κρύα σαν τους μεταθανάτιους  επαίνους που μουχλιάζουν στις επιτύμβιες πλάκες των νεκροταφείων: Sic transit Gloria.  Εδώ κείται ένας δημιουργός που δεν χάρηκε την ματαιότητα. Ας μην το ξεχνάμε. Ματαιότητες είχε ονομάσει ο φανατικός καλόγερος Σαβοναρόλα, όλα τα καλλιτεχνήματα και τα στολίδια όλες τις χαρές της ζωής, που επιβάλλονταν στους ενοχοποιημένους Φλωρεντίνους να ρίχνουν σε ειδικές γιορτές στην πυρά.

————————————————————————————————————————————————————————————————————————

https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/7195-mousourgos-2017

Ο Αλέξανδρος ήταν το καμάρι της μητέρας του. Έπαιζε υπέροχα πιάνο κι αυτή του το ζητούσε επίμονα να παίξει για να τον ακούσουν οι συγγενείς και φίλοι που έρχονταν στο σπίτι. Πόσο καμάρωνε, που ήταν παιδί της! Μια μάνα, που τα ήξερε όλα και αποφάσιζε για όλα. Όνομα, επάγγελμα, εν προκειμένω μουσικός!

Ο Αλέξανδρος τριών χρόνων σε μια φιλική επίσκεψη ακούει ένα κλασικό κομμάτι και αμέσως πηγαίνει στο πιάνο και το επαναλαμβάνει με ελάχιστα λάθη. Διάνοια! αναφώνησε το κοινό. Όμως, δεν ήταν μόνο αυτό. Ήταν και η παρουσία ενός από τους καλύτερους σολίστες πιάνου στο στενό φιλικό περιβάλλον της οικογένειας που έκανε τη μητέρα του να λέει: «…και να έχουμε γύρω μας έναν τόσο σημαντικό άνθρωπο και να μη μάθεις πιάνο…». Μέσα από τον γιο της έβλεπε την κοινωνική της καταξίωση και προβολή. Αυτό στάθηκε και η αιτία που την έκανε να επιμένει, με αποτέλεσμα ο Αλέξανδρος να αρχίσει τα μαθήματα και μέσα από μεγάλη πρόοδο, στα δέκα του χρόνια, με ταλέντο και έμπνευση, να γράφει κρυφά τις πρώτες του συνθέσεις. Είχε ήδη αποσπάσει τον χαρακτηρισμό της ιδιοφυΐας στο πιάνο.

Ωστόσο, ο Αλέξανδρος θεωρούσε πως η μουσική, και ιδιαίτερα όταν έπαιζε πιάνο, ήταν μια εσωτερική και μοναδική σχέση γι’ αυτόν και δεν του άρεσε καθόλου να εκθέτει αυτή τη σχέση στο κοινό. Ιδιαίτερα κατά προτροπή της μητέρας του. Συγχρόνως, το σπίτι του γινόταν συνεχώς πιο καταπιεστικό, ο πατέρας ήταν επιεικώς ανύπαρκτος, παραμένοντας, όμως, πρόθυμος να απαντά στα «γιατί, μπαμπά, αυτό…». Χρόνια μετά, αυτά τα παιδικά «γιατί» απορίας μετετράπησαν σε «γιατί» γεμάτα από παράπονο. Στην εφηβεία ο Αλέξανδρος γίνεται εξωστρεφής και παράλληλα έχει πάρει την απόφαση να γίνει μουσικός. Όταν το ανακοίνωσε, ο πατέρας του δυσαρεστήθηκε. «Θα πεινάσεις. Η μουσική δεν είναι δουλειά βιοπορισμού. Σπούδασε κάτι. Σοβαρέψου» του απάντησε. Δεν ήταν μόνο η μουσική που απαξιωνόταν στα μάτια του Αλέξανδρου, ήταν και η πατέρας του που έχανε τη θέση του μέσα του. Άρα, ο πατέρας του –αυτός που τον ωθούσε να ακούει καλή μουσική– έβλεπε τη μουσική μόνο σαν διασκέδαση! Δεν ήταν λοιπόν σοβαρή υπόθεση η μουσική, που ήθελε να αφιερωθεί σ’ αυτήν; Που μέσα από τη μουσική ένιωθε τόσα! Και με ποιον θα μοιραζόταν όλα αυτά τα συναισθήματα; Με κανέναν; Αυτόματα, αισθάνθηκε να προδίδεται από όλους αυτούς που εμπιστεύθηκε.

Έτσι αποφάσισε να μην ξαναπαίξει μουσική, ιδιαίτερα μπροστά σε κόσμο. Έφηβος, πλέον, μην αντέχοντας την υστερία και καταπίεση της μητέρας του, πηγαίνει στο καταφύγιό του. Τον παππού του. Να ζήσει στο σπίτι του. Μαζί του είχε μια σχέση ζεστή και τρυφερή που του επέτρεπε να συζητά για όλα τα θέματα, ακόμη και για τη μουσική, χωρίς να πιέζεται.

Ενήλικας, ο Αλέξανδρος δεν θέλησε να κάνει οικογένεια. Το πρότυπο που είχε από τους γονείς του δεν του άρεσε. Ακόμη και τις γυναίκες με τις οποίες βρισκόταν κατά καιρούς τις κράτησε συναισθηματικά μακριά και μόνο για τις σωματικές του ανάγκες. Όμως, αυτό που του έλειπε πολύ ήταν η σχέση του με τη μουσική. Η μουσική έμοιαζε να είναι ένας βιασμός από τον τρόπο που του επιβλήθηκε αλλά παράλληλα και μια εσωτερική ανάταση που όμως είχε στερηθεί. Δεν είχε με ποιον να τη μοιραστεί! Ούτε με τον εαυτόν του πλέον.

Χρόνια μετά, αργεί στο σταθερό ραντεβού του Σαββάτου που έχει με τον αδελφό του. Ο Αλέξανδρος ήταν πολύ συντονισμένος με τον χρόνο. Σαν μουσικό κομμάτι. Δεν αργούσε ποτέ. Ο Ανδρόνικος θορυβείται, πάει σπίτι του και τον βρίσκει στο πάτωμα, μέσα σε μια λίμνη αίματος. Ο Αλέξανδρος βγήκε από το νοσοκομείο δεκατέσσερις μήνες μετά, όντας πολλούς μήνες σε κώμα – πολλές φορές οι γιατροί είχαν προτείνει στην οικογένειά του να αποσυνδεθεί. Ο Ανδρόνικος δεν συμφώνησε ποτέ.

Σημαντική θέση στην πλοκή και εξέλιξη της ιστορίας έχει και ο αστάθμητος παράγοντας, ο Μπάους. Ένας βάναυσος διευθυντής ορχήστρας, από τους πιο προικισμένους της Γερμανίας, που έχει παίξει τα ωραιότερα κομμάτια χωρίς να συνθέσει ποτέ. Στείρος πνευματικά, δεν γέννησε ποτέ ένα.

Για τον παππού του Αλέξανδρου η υπέρβαση των φόβων και της ανασφάλειάς του θα ήταν να συνθέσει μουσική. Να την κοινοποιήσει και να αφήσει τα ίχνη του στο μουσικό στερέωμα. Ωστόσο υπέρβαση για τον Μπάους, και για να κάνει αθάνατο το όνομά του στη μουσική, ήταν να καταχραστεί την εμπιστοσύνη ενός άγνωστου μουσουργού και να είναι αυτός όχι μόνον ο διευθυντής της ορχήστρας στο πρώτο άκουσμα των μελωδιών του, αλλά…

Με κάθε τρόπο κάνει κανείς την υπέρβαση στη ζωή του. Η ματαιοδοξία ή η έλλειψη της καθοδηγεί.

Ο πολυγραφότατος Γιώργος Δουατζής, στο βιβλίο του με τον τίτλο Ο μουσουργός, μέσα από συμπαγή γραφή με στέρεη δομή και ευφυή πλοκή καταγράφει μια ανδρική κοινωνία. Στο βιβλίο αυτό, οι γυναίκες –η γιαγιά, η γυναίκα του Ανδρόνικου– εμφανίζονται σαν κομπάρσοι στην ιστορία ή σαν απλές πινελιές ενός πίνακα που δεν καθορίζουν το θέμα του – εκτός της μητέρας του, η οποία έχει τον βασικό ρόλο σε αυτή την ιστορία και στην οποία αποδίδονται όλες οι αρνητικές επιρροές στις γύρω από αυτήν σχέσεις. Η δικαιολογία της ήταν πως έγινε μάνα όταν ήταν ακόμη ένα ανώριμο παιδί. Με αποτέλεσμα η συμπεριφορά της να αναγκάσει τον άνδρα της να αποστασιοποιηθεί από την όποια διαχείριση του νοικοκυριού/οικογένειας, κι ο γιος της ο Αλέξανδρος να υποστεί τέτοια πίεση –για την δική της προβολή–, που έκρυψε και στερήθηκε ό,τι αγάπησε περισσότερο. Τη μουσική. Ταυτόχρονα, ο Αλέξανδρος δεν δέθηκε με καμία γυναίκα και δεν έκανε ποτέ του οικογένεια, λόγω του κακού προτύπου που στάθηκε η μητέρα του γι’ αυτόν.

Με αυτό τον τρόπο, ο Γιώργος Δουατζής θίγει και καυτηριάζει τις επιρροές που σαν περιβάλλον επιδρούν αποφασιστικά στην ψυχοσύνθεση και το μέλλον των παιδιών. Θέτει κάτω από μεγεθυντικό φακό τις σχέσεις γονέων-παιδιού, παππού, γιαγιάς, καθώς οι συνήθειες και προτιμήσεις τους διαμορφώνουν τις προσωπικότητες των παιδιών χωρίς οι ίδιοι να έχουν επίγνωση της βαρύτητας των πράξεων και των λόγων τους. Ενώ, ταυτόχρονα, δείχνουν έλλειψη σεβασμού στις μετέπειτα προτιμήσεις και επιλογές της προσωπικότητας την οποία διαμόρφωσαν.

Σύμφωνα με την αρχιτεκτονική που επέλεξε ο συγγραφέας, στο μισό του βιβλίο αφηγητής είναι ο Αλέξανδρος, στο άλλο μισό είναι και ο αδελφός του, ο Ανδρόνικος. Έξυπνη συγγραφική τεχνική που δίνει απαντήσεις και εξέλιξη στην πλοκή διευρύνοντας ταυτόχρονα τον ορίζοντα των γεγονότων και πληροφοριών, σαν να μετατρέπεται ο φακός των αφηγήσεων από απλός σε ευρυγώνιο. Ο Γιώργος Δουατζής, για να αποδώσει την προσωπικότητα του Αλέξανδρου, εκφράζεται σαν μουσικός αναλύοντας τις διαφορές στη μουσική και στα όργανα, καταπλήσσοντας τον αναγνώστη με τον πλούτο των γνώσεών του. Βάζει τον ήρωά του να ζει και να εκφράζεται, σαν μεγάλος μουσικός, μέσα από το πάθος του για τη μουσική. Αυτή είναι το έργο του. Η πραγματική του ζωή. Ο αληθινός του εαυτός. Το κείμενο , επίσης, ακούγεται μουσικό στα αυτιά του αναγνώστη, πάλλοντας από μελωδίες. Ταυτόχρονα, αναλύσεις της μουσικής αλλάζουν και τα συναισθήματα των ηρώων, τα οποία ηχούν σαν κρεμασμένες νότες πάνω σε πεντάγραμμο. Άλλοτε ψιλές κ άλλοτε βαρύγδουπες. Επιβλητικές, θανάσιμες!

Ο συγγραφέας, έχοντας «κεντήσει» με αυτό τον τρόπο το κείμενό του, παρασύρει και τον αναγνώστη στον συγχρονισμό σώματος και μελωδίας με τον ήρωα ή, καλύτερα, με τον ίδιο. Ιδιαίτερα όταν περιγράφει αυτή τη μοναδική σχέση/ταλάντωση που προεκτείνεται από τη μελωδία στο σώμα και αντίστροφα ή, μάλλον, από το σώμα στο μουσικό όργανο.

Ωστόσο, το βιβλίο έχει και μια αστυνομική χροιά. Ένας θάνατος που επίκειται από στιγμή σε στιγμή, μια κλοπή, ένα όπλο που αγοράζεται, ο σχεδιασμός ενός φόνου. Ποιού άραγε; Κι οι παρτιτούρες τι έγιναν; Μυστήριο!

Όλα αυτά συνθέτουν μια συγχορδία από αξίες, εγωισμούς, ματαιοδοξία, ανταγωνισμό, παραλογισμό, δικαίωση. Και ο Ανδρόνικος από δευτεραγωνιστής, από το ήμισυ του βιβλίου μετατρέπεται σε πρωταγωνιστή και, σαν ήρωας αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, ζητά από τον «από μηχανής Θεό» τη δικαίωση. Ζητά την κάθαρση!

Το βιβλίο του Γιώργου Δουατζή Ο μουσουργός θα γοητεύσει τους αναγνώστες με τη γραφή του, τα θέματα που θίγει, την πλοκή και τη μουσικότητα του.

Ο μουσουργός
Γιώργος Δουατζής
Στίξις
116 σελ.
ISBN 978-618-83051-1-3
Τιμή: €10,60

————————————————————————————————————————————————————————————————————————

http://fractalart.gr/o-mousourgos/

            Ο Μουσουργός: Μια θαυμαστή συγγραφική κορύφωση

                                                                                        του Απόστολου Μπενάτση*

Ο Μουσουργός του Γιώργου Δουατζή των νεότευκτων εκδόσεων Στίξις, είναι ένα βιβλίο, το οποίο αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη με τη γρήγορη αφηγηματική του πλοκή και τον καθιστά κοινωνό του ιδεολογικού του μηνύματος.

            Η όλη ιστορία ξετυλίγεται μέσα από τις αφηγηματικές φωνές του Αλέξανδρου, που είναι και ο βασικός ήρωας του έργου, του αδελφού του Ανδρόνικου, του παππού και της μητέρας. Ειδικότερα μάλιστα δίνεται ξεχωριστή έμφαση στο λόγο των πρωταγωνιστικών μορφών και μάλιστα διαπιστώνουμε μια καινοτομία που σχετίζεται με την έμφαση που δίνεται μέσα από το τυπωμένο κείμενο. Έτσι οι πρωταγωνιστικές μορφές, λόγου χάρη, όταν θέλουν να τονίσουν κάτι  το γράφουν με πλάγια στοιχεία. Ο Αλέξανδρος ειδικότερα χαρακτηρίζεται ως μουσική διάνοια και αλλού ο ήρωας διερωτάται: Δεν θεωρείς σοβαρούς αυτούς που σου δίνουν πνευματική τροφή; Θα έλεγα ότι αυτές οι κειμενικές παρεμβάσεις μεταφέρουν απτά τα πολλαπλά ιδεολογικά μηνύματα του έργου και αποτελούν ξεχωριστά κείμενα μέσα στο κείμενο,  όπως συμβαίνει ευδιάκριτα με το παιγνίδι με τη λέξη συν-ουσία που χαρακτηρίζει τη στάση του Αλέξανδρου απέναντι στο ερωτικό γίγνεσθαι.

            Το αφήγημα αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση διαπροσωπικών σχέσεων, πράγμα που μας οδηγεί στο χώρο των ανθρωπίνων εντάσεων, αλλά και των συμπεριφορών με τις αντιπαραθέσεις και τις συγκλίσεις των ηρώων. Θα μπορούσαμε να διακρίνουμε στο έργο ένα χάρτη της συναισθηματικότητας που εκτείνεται από την απλή συγκίνηση μέχρι την ισχυρότατη συναισθηματική ένταση. Ο Αλέξανδρος  κινείται στους χώρους της άρνησης να υποταχθεί σε ένα καταπιεστικό καθεστώς που το αντιπροσωπεύει η μητέρα. Ο Ανδρόνικος είναι πιο γήινος και περισσότερο πρακτικός, ενώ ο παππούς αντιπροσωπεύει την πείρα των χρόνων του και μπορεί κάποτε να παίξει το ρόλο του σοφού οδηγού.  Οι διάλογοι μάλιστα των προσώπων, με την εναλλαγή κορύφωσης και χαλάρωσης, προσθέτουν ένα ακόμη στοιχείο στην αληθοφάνεια του έργου.

            Έχουμε όμως και κορυφώσεις των ψυχικών καταστάσεων· η πιο χαρακτηριστική είναι η αποκάλυψη της μουσικής. Ο πρωταγωνιστής αποτελεί μια μουσική ιδιοφυΐα και ενώ δεν κοινοποιεί ο ίδιος το έργο του, αυτό έρχεται ερήμην του στη δημοσιότητα, από τον διευθυντή της Φιλαρμονικής ορχήστρας του Βερολίνου.

            Και εδώ νομίζουμε πως έχουμε το βασικό μήνυμα του έργου. Τα κορυφαία έργα της τέχνης δεν εξαρτώνται από το όνομα του δημιουργού τους, αλλά αποτελούν τα ίδια μια απόλυτη αξία. Λειτουργούν πέρα από τον τόπο ή το χρόνο που γράφονται και η αναγνώρισή τους είναι πάνδημη.  

            Αλλά ο ανθρώπινος παράγοντας υπεισέρχεται σε όλα αυτά. Ο σφετερισμός οδηγεί στην έκρηξη του θυμού, που ενώ θα περιμέναμε να οδηγήσει σε συγκρουσιακές καταστάσεις από τη μεριά του πρωταγωνιστή, οδηγεί σε μια απόλυτη άρνηση να δεχτεί το σφετερισμό. Και στο σημείο αυτό έχουμε ένα είδος έσχατης θυσίας του ήρωα που τον εξυψώνει στα μάτια του αναγνώστη.

            Είναι τόσο μεγάλη η ταύτιση του αφηγητή με τον καθοδηγητικό ρόλο της τέχνης και την αναγνώριση του δημιουργού ώστε, όταν φτάνουμε στο κρίσιμο σημείο της απονομής της δικαιοσύνης, χρησιμοποιεί έναν ιεροπρεπή λόγο που παραπέμπει στις Ερινύες και την κάθαρση. Με τον τρόπο αυτό ο συγγραφέας εντάσσει το έργο του σε μια παράδοση που υπερβαίνει το σήμερα και συγκεφαλαιώνει την δραματική ένταση αιώνων. Η ίδια η τέχνη μέσα από τις λειτουργίες της είναι αυτή που αποκαθιστά την κατάσταση ισορροπίας και επαναφέρει τις αξίες στη σωστή τους θέση.

            Πέρα όμως από τη βασική αφηγηματική γραμμή υπάρχουν και άλλες καταστάσεις όπως η καταπίεση και η υπέρβασή της, η αδελφική αγάπη, ο λυτρωτικός κάποτε λόγος των μεγαλύτερων, αλλά και το μεγάλο πρόβλημα της εποχής μας που είναι η αναζήτηση τύχης σε χώρους έξω από την Ελλάδα.  Έτσι, μέσα από μια ιστορία γραμμένη για τον καταλυτικό ρόλο της μουσικής έχουμε μια πολυεπίπεδη σύνθεση που καλύπτει καθημερινές καταστάσεις, αλλά και τα κυρίαρχα προβλήματα της εποχής μας.

            Πιστεύουμε πως Ο Μουσουργός αποτελεί μια θαυμαστή κορύφωση στη συγγραφική πορεία του Γιώργου Δουατζή. Αποδεικνύεται μάστορας στο λόγο και ανατόμος των ψυχικών καταστάσεων. Η χρήση των διαφορετικών φωνών, αλλά και των διαφορετικών οπτικών είναι τα στοιχεία εκείνα που καταξιώνουν το έργο στη συνείδηση του αναγνώστη. Το έργο προσφέρει εναλλαγές, αλλά πάντα διατηρεί μια αξιοζήλευτη ενότητα. Το μήνυμά του μάλιστα ότι το έργο τέχνης αποτελεί μια απόλυτη αξία και πως η κάθαρση ακολουθεί την παραβίαση ολοκληρώνει θαυμαστά το έργο που ονομάζεται Ο Μουσουργός. Ταυτόχρονα το αφήγημα  μιλάει σε επίπεδο βάθους για την ευτυχία, αλλά και τη δοκιμασία τού να ασχολείσαι με την τέχνη. Η ιδέα υπερβαίνει το παράδειγμα και αυτό αποτελεί ένα από τα βασικά γνωρίσματα του έργου του Γιώργου Δουατζή, ο οποίος  μας αφήνει να χαιρόμαστε ως αναγνώστες τα δημιουργήματά του, αλλά ταυτόχρονα να συνδιαλεγόμαστε νοερά με το μυθικό και ιδεολογικό του σύμπαν.

* Ο Απόστολος Μπενάτσης είναι τ. Αναπληρωτής Καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων