Η κόκκινη κουρτίνα

10.60 

 

Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΟΥΡΤΙΝΑ, Jules Barbey d’ Aurevilly

 

«Διέμενα εκεί περίπου ένα εξάμηνο, ήρεμος όσο κι οι οικοδεσπότες μου. Ποτέ δεν τους είχα ακούσει να αναφέρονται στην ύπαρξη του προσώπου που θα συναντούσα στο σπίτι τους. Μια μέρα, κατεβαίνοντας για το δείπνο τη συνηθισμένη ώρα, είδα σε μιαν άκρη της τραπεζαρίας μια υψηλόσωμη νεαρή, όρθια στις μύτες των ποδιών της, να κρεμά το καπέλο της από τις κορδέλες του σε μια κρεμάστρα, όπως μια γυναίκα που αισθάνεται σαν στο σπίτι της όπου μόλις έχει επιστρέψει. Οι έντονες καμπύλες της και το εξαίσιο παράστημα μιας χορεύτριας προβάλλονταν στην προσπάθειά της να κρεμάσει το καπέλο. Το σώμα της ήταν αιχμάλωτο (αυτή είναι η ακριβής λέξη, τόσο πολύ ασφυκτιούσε!) μέσα στον αστραφτερό κορσέ ενός πράσινου μεταξωτού υφάσματος με κρόσσια που έπεφταν πάνω στο λευκό φόρεμά της, φόρεμα παλαιάς εποχής που αναδείκνυε φιλάρεσκα τους γλουτούς… Όταν αντιλήφθηκε την παρουσία μου, με τα χέρια ακόμη στον αέρα, έστρεψε το κεφάλι της κι αποκάλυψε το πρόσωπό της. Συνέχισε ατάραχη, σαν να μην ήμουν εκεί, να τακτοποιεί το καπέλο και να ισιώνει προσεκτικά τις κορδέλες του. Εγώ ήμουν εκεί, όρθιος, και περίμενα να με προσέξει, για να τη χαιρετήσω. Επιτέλους έπαψε να ασχολείται με το καπέλο της και μου έκανε την τιμή να με κοιτάξει με δυο μάτια μαύρα, πολύ ψυχρά…

…»Η κόρη τους! Ήταν αδύνατον αυτό το κορίτσι να είναι η κόρη αυτών των ανθρώπων! Όχι ότι τα ωραιότερα κορίτσια του κόσμου δεν μπορούν να γεννηθούν από οποιοδήποτε είδος ανθρώπων. Γνωρίζω τέτοιες περιπτώσεις… όπως κι εσείς, φαντάζομαι. Προφανώς, ένα άσχημο μπορεί να δημιουργήσει ένα ωραίο πλάσμα. Όμως εκείνη!, ανάμεσα σε εκείνη και σε εκείνους, υπήρχε μια άβυσσος, μια άβυσσος φυλετικής διαφοράς… Σύμφωνα με τη φυσιολογία, αν μου επιτραπεί να χρησιμοποιήσω αυτή τη λόγια λέξη, λέξη άλλωστε της δικιάς σας κι όχι της δικιάς μου εποχής, θα την ξεχώριζε κανείς μόνο και μόνο για το ύφος της, μοναδικό για μια τόσο νεαρή ύπαρξη, ένα ύφος αδιαπέραστο, απροσδιόριστο. Βλέποντάς την κανείς δεν θα έλεγε: “Να ένα ωραίο κορίτσι!” όπως θα έλεγε για όλα τα ωραία κορίτσια που συναντά τυχαία κι έπειτα τα λησμονεί για πάντα. Αλλά αυτό το ύφος… που τη διέκρινε από τους γονείς της κι από όλους τους άλλους ανθρώπους, των οποίων ούτε τα πάθη ούτε τα συναισθήματα μοιραζόταν, καθήλωνε… επί τόπου… Η Ινφάντα με το σκυλάκι του Βελάσκεθ, αν γνωρίζετε τον πίνακα, θα μπορούσε να σας δώσει μια ιδέα για το ύφος της, που δεν ήταν ούτε υπερήφανο ούτε περιφρονητικό ούτε ακατάδεκτο, γιατί απλούστατα όταν κάποιος μπαίνει στον κόπο να δείχνει ακατάδεκτος ή περιφρονητικός απέναντι στους άλλους, είναι σαν να τους δηλώνει ότι υπάρχουν, ενώ το δικό της αδιαπέραστο ύφος τους δηλώνει: “Για μένα, δεν υπάρχετε”. Ομολογώ ότι η φυσιογνωμία της, την πρώτη ημέρα και τις ημέρες που ακολούθησαν, μου δημιούργησε πολλά αναπάντητα ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα μέχρι σήμερα. Πώς αυτό το ευσταλές πλάσμα μπορεί να προέρχεται από αυτόν το χοντρό ανθρωπάκο με την κιτρινοπράσινη ρεντιγκότα και το άσπρο γιλέκο, με το πρόσωπο στο χρώμα της μαρμελάδας που παρασκεύαζε η γυναίκα του, με το εξόγκωμα στον αυχένα που ξεχείλιζε από τον κεντημένο γιακά του, κι ο οποίος επιπλέον ψεύδιζε;… Για τον πατέρα, θα μπορούσα να προσπεράσω μια τέτοιου είδους ερώτηση, αλλά για τη μητέρα αδυνατούσα να λύσω την απορία μου. Η δεσποινίς Αλμπερτίν (ήταν το όνομα της υψιπετούς αρχιδούκισσας που επέμφθη εξ ουρανού, ωσάν ο ουρανός να ήθελε να εμπαίξει το ζεύγος αυτών των αστών), η δεσποινίς Αλμπερτίν, αποκαλούμενη από τους γονείς της Αλμπέρτ χάριν συντομίας, όνομα που ταίριαζε περισσότερο στην όψη της και στην προσωπικότητά της, δεν έμοιαζε να είναι κόρη ούτε του ενός ούτε της άλλης… Στο πρώτο δείπνο, όπως και στα επόμενα, μου φάνηκε πως ήταν ένα κορίτσι με καλή ανατροφή, χωρίς προσποίηση, συνήθως σιωπηλό, κι όταν σπανίως μιλούσε, εκφραζόταν με όμορφα και μετρημένα λόγια… Κατά τα άλλα, διέθετε ένα πνεύμα οξύ που εγώ, εκείνες τις ημέρες, δεν το υποψιαζόμουν, πνεύμα το οποίο δεν της δόθηκε η ευκαιρία να επιδείξει κατά τη διάρκεια των γευμάτων μας. Με την παρουσία της κόρης τους, οι δύο ηλικιωμένοι έπαψαν να κουτσομπολεύουν. Δεν ασχολούνταν πια με τα μικρά σκάνδαλα της πόλης. Στο τραπέζι, οι συζητήσεις περιστρέφονταν αποκλειστικά και μόνο σε ενδιαφέροντα θέματα όπως η βροχή και ο καλός καιρός. Επίσης, η δεσποινίς Αλμπερτίν ή Αλμπέρτ, που στην αρχή με είχε καταπλήξει τόσο πολύ με την απάθειά της, μην έχοντας τίποτα άλλο να μου προσφέρει, μου πρόσφερε την αδιαφορία της… Αν την είχα συναντήσει στον κύκλο μου, το απρόσιτο ύφος της θα με είχε σχεδόν προσβάλει… Ήταν ένα κορίτσι με το οποίο δεν θα μπορούσα να ερωτοτροπήσω… έστω και με τα μάτια. Η θέση μου απέναντί της, ως ενοικιαστής στο σπίτι των γονιών της, ήταν λεπτή και με ένα τίποτα μπορούσε να παρεξηγηθεί… Δεν ήταν αρκετά κοντά ή αρκετά μακριά στη ζωή μου, ώστε η παρουσία της να σημαίνει κάτι για μένα… και πολύ σύντομα, με φυσικότητα, χωρίς οποιαδήποτε πρόθεση, απάντησα στην απάθειά της με την πλήρη αδιαφορία μου.

»Η απάθειά της κι η αδιαφορία μου διατηρήθηκαν για πολύ, και από την πλευρά μου και από τη δική της. Μεταξύ μας υπήρχε απλώς μια τυπική ευγένεια. Εκείνη για μένα ήταν μια παρουσία, τίποτα περισσότερο. Κι εγώ, τι ήμουν για εκείνη;… Στο τραπέζι −μόνο εκεί συναντιόμασταν− κοιτούσε περισσότερο ένα ποτήρι ή μια αλατιέρα παρά εμένα… Τα λόγια της, πάντα όμορφα και εύστοχα, όμως άνευ σημασίας, δεν μου αποκάλυψαν ποτέ τα μυστικά του χαρακτήρα της. Άλλωστε, δεν με ενδιέφερε… Θα μπορούσα σε όλη μου τη ζωή να μη δώσω καμία σημασία σε εκείνο το ήρεμο και ακατάδεκτο κορίτσι με το παρωχημένο ύφος της Ινφάντας… Όμως της έδωσα σημασία, έπειτα από ένα συμβάν που θα σας διηγηθώ, ένα συμβάν που με χτύπησε όπως ο κεραυνός, κεραυνός χωρίς βροντή, κεραυνός εν αιθρία!»

 

Ταυτότητα

Jules Barbey d’ Aurevilly
Η κόκκινη κουρτίνα
Μετάφραση: Ελένη Γύζη
Εισαγωγικό Σημείωμα: Ανδρέας Στάικος
Σελίδες: 88 Σχήμα: 13 X 20,5 Τιμή: 10,60 €
ISBN: 978-618-83051-4-4

Περιγραφή

Η Κόκκινη Κουρτίνα είναι μία από τις έξι νουβέλες οι οποίες είχαν στοιχειώσει τη ζωή του Ζυλ Μπαρμπέ ντ’ Ωρεβιγύ επί δεκαετίες ολόκληρες έως ότου τις εκδώσει με τον γενικό τίτλο Οι Γυναίκες του Διαβόλου (1874).

Η κόκκινη κουρτίνα, δίκην αυλαίας θεάτρου, σηκώνεται από τον αφηγητή-ταξιδιώτη και αποκαλύπτει στον ακροατή-συνταξιδιώτη του, τα δραματικά γεγονότα στα οποία υπήρξε μάρτυς και συμπρωταγωνιστής πριν από τριάντα χρόνια.

Η κεντρική ηρωίδα είναι μία από τις πιο σκοτεινές και μοιραίες γυναίκες της λογοτεχνίας! Η δεκαοκτάχρονη, αινιγματική, καταραμένη Αλμπέρτ. Η σιωπηλή ηρωίδα Αλμπέρτ, σε ένα λαλίστατο μυθιστόρημα.

Κριτικές

Βερίνα Χωρεάνθη, diastixo.gr, 15/03/19

Εκδηλώσεις

Είπαν-Έγραψαν

Jules Barbey d’Aurevilly: «Η κόκκινη κουρτίνα»

 Βερίνα Χωρεάνθη

Η εκκεντρικότητα που χαρακτήριζε την προσωπικότητα του Ζιλ Μπαρμπέ ντ’ Ορεβιγί αποτυπώθηκε και στο έργο του με έναν πολύ ιδιαίτερο, καθ’ όλα αντισυμβατικό τρόπο. Οι ήρωές του φαίνονται αρχικά συνηθισμένοι, κάποιες φορές και καθημερινοί. Στην πορεία, ένα γεγονός –τυχαίο ή μη– φέρνει στην επιφάνεια μια κρυμμένη πλευρά τους, η οποία σταδιακά κερδίζει έδαφος και κυριαρχεί σχεδόν απόλυτα. Ο Ορεβιγί παρατηρούσε τον κόσμο γύρω του με ενδιαφέρον και τον αποτύπωνε στις ιστορίες του μέσα από μια διαφορετική, αναπάντεχη τις περισσότερες φορές, οπτική. Συγγραφέας, κριτικός, εκπρόσωπος του κινήματος του Ρομαντισμού, ο Ζιλ Μπαρμπέ ντ’ Ορεβιγί γεννήθηκε το 1808 στο Σεν-Σοβέρ-λε-Βικόντ, κοινότητα της Μανς, και σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Καέν. Όντας φιλελεύθερος και άθεος κατά τη νεανική του ηλικία, στα πρώτα του κείμενα παρουσίαζε τη θρησκεία σαν ένα στοιχείο που παρεισφρέει στις ανθρώπινες υποθέσεις μόνο και μόνο για να περιπλέκει και να διαστρεβλώνει πράγματα και καταστάσεις. Τα επόμενα χρόνια, επηρεασμένος από τις συναναστροφές του, ασπάστηκε τον Ρωμαιοκαθολικισμό, αν και ιδιαίτερα ένθερμος υποστηρικτής του δεν υπήρξε ποτέ.

Από το 1852 και μετά διέγραψε μια ιδιαίτερα επιτυχημένη πορεία στον χώρο της διανόησης, με τις κριτικές του στην εφημερίδα Le Pays να κάνουν αίσθηση και να ασκούν μεγάλη επιρροή. Ήταν αυτός που συνέβαλε στο να επανέλθει στο προσκήνιο ο Μπαλζάκ και να εκτιμηθεί εκ νέου το έργο του, ενώ προώθησε με επιτυχία τον Μποντλέρ, τον Μπαλζάκ και τον Φλομπέρ. Στο πρόσωπό του ο Ρομαντισμός βρήκε έναν ιδανικό εκφραστή των πιο ακραίων στοιχείων του, γι’ αυτό και ο Ορεβιγί ήταν το αγαπημένο παιδί των παρακμιακών του fin-de-siècle. Είχε κατασκευάσει για τον εαυτό του την περσόνα ενός δανδή, υιοθετώντας ένα αριστοκρατικό στιλ, ενώ φρόντιζε να αφήνει υπόνοιες για ένα μυστηριώδες παρελθόν με αρχοντικές καταβολές. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, καταγόταν από μια συνηθισμένη μεγαλοαστική οικογένεια της επαρχίας και τα νεανικά του χρόνια ήταν μάλλον συμβατικά. Τα θέματα με τα οποία καταπιανόταν στα κείμενά του ήταν κατά κανόνα τολμηρά – κυρίως ιστορίες μυστηρίου που εξερευνούσαν τα βαθύτερα κίνητρα των ηρώων και των ηρωίδων του, χωρίς απαραίτητα να αναζητούν ή να δίνουν μια ξεκάθαρη εξήγηση.

«H κόκκινη κουρτίνα» είναι ένα από τα έξι εκτενή διηγήματα τρόμου και μυστηρίου που απαρτίζουν τη συλλογή Οι γυναίκες του Διαβόλου. Σε όλα πρωταγωνιστούν γυναίκες που καταφεύγουν σε πράξεις εγκληματικές, τολμηρές ή μη αποδεκτές κοινωνικά – μπορεί και όλα αυτά μαζί. Αν και το βιβλίο αυτό θεωρείται το αριστούργημα του Ορεβιγί, όταν πρωτοεκδόθηκε προκάλεσε σάλο. Κρίθηκε επικίνδυνο για την ηθική και κατηγορήθηκε για βλασφημία και χυδαιότητα. Απαντώντας στις κατηγορίες, ο Ορεβιγί ισχυρίστηκε με διάθεση (αυτο)σαρκασμού ότι, σαν καλός χριστιανός που ήταν, ήθελε απλώς να συμβολίσει τη μάχη του καλού με το κακό. Η Αλμπερτίν, η ηρωίδα της «Κόκκινης κουρτίνας», δεν διαπράττει κάποιο έγκλημα με την κυριολεκτική σημασία της λέξης, ωστόσο η συμπεριφορά της είναι σε εγκληματικό βαθμό αινιγματική και αλλοπρόσαλλη, με απροσδόκητες συνέπειες, κυρίως και πρωτίστως για την ίδια.

Ο Ορεβιγί ξετυλίγει την αφήγηση με τη μέθοδο της διήγησης μέσα στη διήγηση: δεν είναι ο αφηγητής του, που μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, αλλά ένας παλιός του γνωστός, τον οποίο συναντάει τυχαία σε μία ταξιδιωτική άμαξα και που, με αφορμή την αναγκαστική στάση σε μια σκυθρωπή και ανιαρή πόλη, του εξομολογείται μια ιστορία που τον έχει στοιχειώσει από τα νεανικά του χρόνια. Ο Υποκόμης ντε Μπρασάρ, ο φίλος του αφηγητή, ένας «ωραίος ηλικιωμένος» αξιωματικός, ο οποίος στα νιάτα του δεν περνούσε ποτέ απαρατήρητος, γοήτευε γυναίκες και άντρες και εξακολουθεί να διατηρεί τη γοητεία του χρόνια αργότερα, επαναφέρει στη μνήμη του τη μυστηριώδη Αλμπερτίν, κόρη του ζευγαριού που τον φιλοξενούσε την εποχή που, στα δεκαεφτά του χρόνια, ενώ μόλις είχε αποφοιτήσει από τη Στρατιωτική Σχολή, τον κάλεσαν να παρουσιαστεί και να αναλάβει υπηρεσία σ’ αυτή την πόλη. Η Αλμπερτίν, ή Αλμπέρτ, όπως τη φώναζαν χαϊδευτικά, ήταν μια όμορφη, πανέξυπνη κοπέλα, που δεν μιλούσε πολύ αλλά, όταν το έκανε, το λεξιλόγιό της ήταν προσεγμένο και τα σχόλιά της ουσιαστικά. Έμοιαζε να μην έχει σχέση, ούτε εμφανισιακά ούτε ιδιοσυγκρασιακά, με τους γονείς της, δύο συμπαθείς αλλά εντελώς συμβατικούς και οριακά βαρετούς αστούς.

Ο Ορεβιγί παρατηρούσε τον κόσμο γύρω του με ενδιαφέρον και τον αποτύπωνε στις ιστορίες του μέσα από μια διαφορετική, αναπάντεχη τις περισσότερες φορές, οπτική.

Ο Υποκόμης γοητεύτηκε από την παρουσία της αλλά η αδιαφορία της τον αποθάρρυνε και τον απομάκρυνε, μέχρι που η απρόβλεπτη Αλμπερτίν άρχισε απροειδοποίητα να τον προσεγγίζει με έναν τρόπο ιδιαίτερα τολμηρό. Όταν εκείνος ανταποκρίθηκε και αποφάσισε να κάνει το επόμενο βήμα, η Αλμπερτίν τον έβαλε και πάλι στον πάγο. Δεν θα τη λέγαμε ακριβώς μοιραία γυναίκα, πάντως σίγουρα ήταν μια γυναίκα που ήθελε να έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο στις σχέσεις της, να κινεί τα νήματα όπως και όταν επιθυμούσε εκείνη. Ο χαρακτηρισμός «γυναίκα-αράχνη» ίσως να της ταίριαζε περισσότερο, ωστόσο δεν ξέρουμε τι ακριβώς ξύπναγε μέσα της αυτά τα ένστικτα ή ποια ήταν τα κίνητρά της. Υπάρχει εξάλλου και το πρίσμα της χρονικής απόστασης, που πολλές φορές διαστρεβλώνει τις αναμνήσεις και τους δίνει μιαν άλλη διάσταση. Η εφιαλτική ανατροπή που συνέβη στην ιστορία του Υποκόμη με την Αλμπερτίν ήταν αυτή που καθόρισε τις μνήμες του που αφορούσαν την κοπέλα, και κυρίως το ότι οι μετέπειτα εξελίξεις ήταν και παρέμειναν ένα θολό τοπίο, με τις αναπόφευκτες αμφιβολίες που προέκυψαν να αποτελούν στην ουσία ένα μυστήριο ίσως πιο ανατριχιαστικό από το γεγονός αυτό καθεαυτό.

Παρόλο που η ιστορία είναι σχετικά σύντομη, ο Ορεβιγί την αναπτύσσει με ακρίβεια, μέσα σε μια ατμόσφαιρα μυστηριακή. Ήταν άραγε τυχαίο ή ένα παιχνίδι της μοίρας το ότι η άμαξα έκανε αναγκαστική στάση κοντά στο σπίτι όπου ο Υποκόμης είχε γνωρίσει την Αλμπερτίν πριν από τριάντα χρόνια; Έχοντας τον απόλυτο έλεγχο των εκφραστικών του μέσων, ο Ορεβιγί τοποθετεί τους δύο αυτούς χαρακτήρες-άξονες στις θέσεις που τους αντιστοιχούν, ωστόσο το τι αντιπροσωπεύουν δεν είναι απόλυτα καθορισμένο. Από τη μια ο Υποκόμης φαίνεται να ανήκει στον ρεαλιστικό κόσμο, είναι γήινος, ευθύς, ανοιχτό βιβλίο. Από την άλλη η Αλμπερτίν, ένα πλάσμα που μοιάζει αλλόκοσμο, με ένα ταμπεραμέντο ασυνήθιστο για τα δεδομένα εκείνης της εποχής, είναι σαν να κατευθύνεται από δυνάμεις πέρα από την ανθρώπινη φύση. Σε κάποιο οριακό σημείο της ιστορίας, ωστόσο, ο Υποκόμης αρχίζει να τη ζωγραφίζει και τότε εκείνη εμφανίζεται μπροστά του. Είναι σαν να την επικαλέστηκε με μαγεία, λες και μέσω της ζωγραφιάς η Αλμπερτίν υπάκουσε σε κάποιο κάλεσμα υπερφυσικό. Ίσως τελικά κι εκείνος να είχε μέσα του δυνάμεις που δεν τις γνώριζε, που δεν υποψιαζόταν καν την ύπαρξή τους. Και ίσως και η Αλμπερτίν, που μέχρι ενός σημείου έδειχνε να ορίζει τη μοίρα της απόλυτα, να έκρυβε μέσα της μια αδύναμη πλευρά, η οποία μπορεί και να συνετέλεσε στην ανατροπή που συνέβη. Όπως και στις περισσότερες ιστορίες του Ορεβιγί, έτσι κι εδώ το μεταφυσικό στοιχείο υπάρχει, κάποιες στιγμές είναι πολύ έντονο, αλλά δεν είναι αυτό που κυριαρχεί εν τέλει. Περισσότερο επιστρατεύεται σαν μια αλληγορία του μυστηρίου της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης.

Η πολύ καλή μετάφραση είναι της Ελένης Γ. Γύζη, ενώ στο βιβλίο συμπεριλαμβάνεται και ένα κατατοπιστικό εισαγωγικό σημείωμα του Ανδρέα Στάικου.

https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/11790-kokkinh-koyrtina