Μουσουργός

ΔΕΙΓΜΑ ΓΡΑΦΗΣ

«Έλα, Αλέξανδρέ μου, παίξε το τελευταίο τραγουδάκι που έμαθες. Δείξε μας πώς παίζεις πιάνο». Ε, λοιπόν, δεκαετίες πέρασαν και δεν θα ξεχάσω τον επιτακτικό τόνο της φωνής της μάνας μου να με καλεί επί σκηνής, σαν κλόουν σε τσίρκο περιορισμένου κύκλου, να παίξω πιάνο επιδεικνύοντάς με στους φίλους ή τους συγγενείς που καλούσαν οι γονείς για φαγητό. Ήμουν το αξιοπερίεργο, ένα μικρό διασκεδαστικό αγόρι, καθισμένο σε ένα υπερυψωμένο κάθισμα που κατάφερνε με τα μικρά παιδικά του δάχτυλα να σκορπίζει μουσικούς ήχους στην ομήγυρη.

Αρχικά, σηκωνόμουν, θυμάμαι, με αρκετή δυσφορία −την οποία ούτε κατά διάνοια μπορούσε να καταγράψει το αισθητήριο της μάνας μου−, καθόμουν στο στρογγυλό σκαμνί με τον περιστρεφόμενο άξονα, ακουμπούσα οριακά τα παιδικά πόδια μου στα πεντάλ και έπαιζα τις… παραγγελιές της φουσκωμένης από περηφάνια μητέρας μου. Βεβαίως, ακολουθούσε το ανάλογο χειροκρότημα και οι επιβραβεύσεις του τύπου:

«Μπράβο, Αλέξανδρε, κι εις ανώτερα», χωρίς βεβαίως να καταλαβαίνει κανείς τι μπορεί να σημαίνει η ευχή. Εις ανώτερα γι’ αυτούς ήταν να γίνω επαγγελματίας μουσικός; Να τους παίζω κάθε φορά όλο και πιο δύσκολα κομμάτια; Μάλλον εις ανώτερα γι’ αυτούς ήταν προφανώς να ασκήσω κάποιο κερδοφόρο επάγγελμα, αφού η μουσική μόνον ως ερασιτεχνική ασχολία μπορούσε να εκληφθεί.

Ο λόγος να ασχοληθώ με το πιάνο λοιπόν είχε δυο αιτίες: Πρώτον υπήρχε φίλος πιανίστας και δεύτερον, είχαν ανάγκη επίδειξης μέσω μουσικής διασκέδασης διά χειρών Αλεξάνδρου. Δεν ήταν ουσιώδης αιτία, που μόλις τριών ετών, σε σπίτι οικογενειακών φίλων, άκουσα ένα κλασικό κομμάτι και σηκώθηκα και έπαιξα τη μελωδία με ελάχιστα λάθη στο πιάνο. Δεν ήταν που με έγραψαν στο Ωδείο, κι ως και οι πλέον αυστηροί και δύσπιστοι καθηγητές με χαρακτήρισαν μουσική διάνοια. Α, εγκλήματα γονιών φονιάδων… Α, πόσα συντελούνται καθημερινά.

Η σημαντική διαφορά με τη μάνα μου στην αντιμετώπιση της μουσικής ήταν ότι εκείνη την έβλεπε σαν ένα ακόμα λούστρο κοινωνικής καταξίωσης. Ενώ εγώ ένιωθα τη μουσική ως δυνατή ανάγκη έκφρασης, ύπαρξης, ζωής.

Η απόλυτη εσωστρέφεια ήρθε στην αρχή της εφηβείας. Αφορμή, η εικόνα της απογοήτευσης στο πρόσωπο του πατέρα μου, όταν με ρώτησε τι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω. Εικόνα που μου έχει μείνει στη μνήμη και μου φέρνει ακόμα και τώρα μεγάλη πίκρα. Του είπα: «Θέλω να γίνω μουσικός». Η αντίδρασή του ήταν μη αναμενόμενη, κρίνοντας από την αγάπη που είχε στη μουσική. «Θα πεινάσεις, παιδί μου» μου απάντησε. «Σπούδασε κάτι να εξασφαλίσεις τον επιούσιο και συνέχισε παράλληλα τη μουσική. Η μουσική δεν είναι δουλειά βιοπορισμού. Σοβαρέψου».

            Ένιωσα φιμωμένος από τη λύπη. Και οι συνθέσεις μου; Οι σπουδές; Τα όνειρά μου; Το πιάνο, η αρμονία, η σύνθεση, η διεύθυνση ορχήστρας; Δεν θα ξεχάσω ποτέ το πέρασμα από τη λύπη στην οργή. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το τρίξιμο των δοντιών μου από το πολύ σφίξιμο. Από τότε επισφραγίστηκε η τάση μου για απομόνωση. Από τότε άρχισε η μεγάλη εσωστρέφεια. Από τότε άρχισα να μην εμπιστεύομαι τους ανθρώπους κι ένιωσα πόσο εύκολα μπορεί να σε προδώσουν οι άνθρωποι που εμπιστεύεσαι.

Αποφάσισα οριστικά να μην ξαναπαίξω ποτέ μπροστά σε κανέναν. Αυτός ο έρωτας για τη μουσική, αυτή η ανάγκη έκφρασης, αυτή η πλήρωση που ένιωθα, δεν ήταν δυνατόν να μοιραστεί με κανέναν. Διότι κανείς δεν θα μπορούσε να νιώσει ακριβώς αυτό που αισθανόμουν βυθισμένος στο πεντάγραμμο. Ίσως, σκεπτόμουν, να υπάρχουν στη ζωή πράγματα που δεν μπορείς να μοιραστείς απολύτως με κανέναν άλλο. Και η ζωή, επιβεβαίωσε τη σκέψη μου.

Description

 

Ταυτότητα

Ο Μουσουργός

Γιώργος Δουατζής

Σελίδες: 116, Σχήμα: 13 X 20,5

ISBN: 978-618-83051-1-3
Τιμή: 10,60 €

 

Δυο λόγια για το βιβλίο

Η ζωή του Αλέξανδρου, διχασμένη.

Τα διλήμματα, μεγάλα.

Οι στιγμές των αποφάσεων, οριακές.

Η εκπλήρωση και η ματαίωση των ονείρων, κυρίαρχες.

Η τέχνη απέναντι στη στυγνή καθημερινότητα και το κέρδος.

Η καταδίκη και ο θάνατος της ματαιοδοξίας, πεπρωμένο.

Οι Ερινύες δικαιώνονται με την κάθαρση.